Η Αρχή με την απόφαση 73/2010 έκρινε σχετικά ότι ο καθ’ ου η καταγγελία, ως υποκείμενο των δεδομένων που τον αφορούν, δηλαδή της υποβληθείσας σε δημόσια υπηρεσία καταγγελίας, έχει δικαίωμα πρόσβασης, όχι μόνο στο κείμενο της καταγγελίας αλλά και σε κάθε πληροφορία σχετική με την προέλευση (πηγή) των δεδομένων αυτών. Η Αρχή, καθορίζοντας περαιτέρω την έννοια της προέλευσης, υπογράμμισε ότι τα στοιχεία ταυτοποίησης του καταγγέλλοντος, όπως το όνομα και η διεύθυνσή του, συνιστούν προέλευση των δεδομένων.
Το εν λόγω δικαίωμα πρόσβασης, εντούτοις, υπόκειται και σε ορισμένους περιορισμούς, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στα άρθρα 15 παρ. 4 ΓΚΠΔ, 23 του ΓΚΠΔ και 33 του ν. 4624/19. Συγκεκριμένα, με βάση το άρθρο 15 παρ. 4 ΓΚΠΔ το δικαίωμα να λαμβάνεται αντίγραφο δεν θα πρέπει να επηρεάζει δυσμενώς τα δικαιώματα και τις ελευθερίες άλλων, χωρίς βέβαια αυτό να οδηγεί σε πλήρη άρνηση ικανοποίησης του δικαιώματος (βλ. ΚΓ ΕΣΠΔ για δικαίωμα πρόσβασης), ενώ περαιτέρω περιορισμοί μπορεί να εισάγονται α) με νόμο που πληροί τα κριτήρια του άρθρου 23 του ΓΚΠΔ, ή β) εάν ισχύουν μία ή και περισσότερες από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 33 παρ. 1 του ν. 4624/19 εξαιρέσεις ή γ) η γνωστοποίηση των στοιχείων του καταγγέλλοντος δύναται να απειλήσει το υπέρτατο έννομο αγαθό της ζωής του.
Σε κάθε περίπτωση και με δεδομένο ότι και ο καταγγέλλων είναι ομοίως υποκείμενο των δεδομένων που περιέχονται στην καταγγελία, θα πρέπει να ενημερώνεται με κάθε πρόσφορο τρόπο, κατά τον χρόνο υποβολής της καταγγελίας του, για τη δυνατότητα του καθ’ ου να έχει πρόσβαση στα στοιχεία αυτής. Ο καταγγέλλων, ο οποίος δεν επιθυμεί να αποκαλυφθεί η ταυτότητά του, θα πρέπει εξαρχής να επικαλείται και να αιτιολογεί εγγράφως τους σχετικούς λόγους, ώστε να εξετάζονται αρμοδίως από τη δημόσια υπηρεσία.
Τελευταία ενημέρωση 1/10/2025.

